φιλεγκλήμων

φιλεγκλήμων
φιλ-εγκλήμων, ονος, gern anklagend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • φιλεγκλήμων — fond of fault finding masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμων — ον, Α αυτός που τού αρέσει να κατηγορεί, φιλαίτιος*, φιλοκατήγορος. επίρρ... φιλεγκλημόνως Α φιλαιτίως*. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + εγκλήμων (< ἔγκλημα), πρβλ. δυσ εγκλήμων] …   Dictionary of Greek

  • φιλεγκλήμονα — φιλεγκλήμων fond of fault finding neut nom/voc/acc pl φιλεγκλήμων fond of fault finding masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλέγκλημον — φιλεγκλήμων fond of fault finding masc/fem voc sg φιλεγκλήμων fond of fault finding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλημόνων — φιλεγκλήμων fond of fault finding gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλημόνως — φιλεγκλήμων fond of fault finding adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμονας — φιλεγκλήμων fond of fault finding masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμονες — φιλεγκλήμων fond of fault finding masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμονος — φιλεγκλήμων fond of fault finding gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμοσι — φιλεγκλήμων fond of fault finding dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλεγκλήμοσιν — φιλεγκλήμων fond of fault finding dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”